‘Βασίλη πούθε ν’ έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις’ -Πλούσια η λαογραφία στην επαρχία Καλαβρύτων

Create: 26/12/2020 - 09:12

Ο Αθ. Τζωρτζής είναι ιστορικός και Ερευνητής 

Δωδεκαήμερο λέγεται η περίοδος από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφένεια. Σ’ αυτή την  περίοδο συνυπάρχουν χριστιανικά και άλλα έθιμα, με έντονη την παρουσία και κυριαρχία μεταφυσικών πνευμάτων  πάνω στη γη.

Ένα από τα έθιμα το οποίο αρχίζει από τα Χριστούγεννα και κρατάει όλες αυτές τις ημέρες είναι η φωτιά να είναι αναμμένη συνέχεια, διότι θεωρείται ότι αποτρέπει και διώχνει από το σπίτι τα κακά πνεύματα και τους Καλικάτζαρους ή ακόμα ότι «ζεσταίνει την Παναγία που γεννάει το Χριστό». Όπως αναφέρεται[1] στον Άγιο Νικόλαο Καλαβρύτων «Κατά το 12ήμερον των Χριστουγέννων δεν πετούσαν την στάχτη το δε «κούτσουρο» της φωτιάς έπρεπε να βαστάξει όλες τις ημέρες. Τούτο εγένετο δια να μην μπορούν να κετέβουν τα «γκατζιογένια» από την καπνοδόχο και κάμνουν ζημιές….». Ενώ στο Σκούπι: «… Όλο το δωδεκαήμερο βάζουνε ένα χοντρό κούτσουρο στη φωτιά για να ζεσταθεί ο Χριστός. Την παραμονή των Φώτων μαζεύουνε τη στάχτη από το σταχτοφούρνι και την πετάνε για να φύγουν τα δαιμόνια από το σπίτι…»

Η κατασκευή του στολισμένου Χριστόψωμου» για την παραμονή αλλά και την ημέρα των Χριστουγέννων και της Βασιλόπιττας για την Πρωτοχρονιά, είναι ένα άλλο έθιμο. Ο Νώντας Σακελλαρόπουλος (Λαογραφικές σελίδες) αναφέρει για το Χριστόψωμο: «…Τα χριστόψωμα διαφέρουν από τα καθημερινά ζυμώματα. Γίνονται με ψιλοκρισαρισμένο αλεύρι, για να είναι λευκά και αφράτα. Τα παστώνουν με σουσάμι, τους φτιάχνουν ένα μεγάλο σταυρό και φυτεύουν καρύδια για να είναι πιο εντυπωσιακά και να ξεχωρίζουν από τα άλλα ψωμιά…». Μία μορφή Βασιλόπιττας που φτιάχνεται στα χωριά των Καλαβρύτων είναι η «μπουγάτσα».

Στο χωριό Καλαμιάς[2] (αλλά και σε όλα τα χωριά των Καλαβρύτων) για τις ημέρες αυτές υπάρχει η ευχή των γεωργών: «Χαρά στα γέννα (=Χριστούγεννα) τα στεγνά, τα φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βροχούμενα, τ’ αμπάρια γεμισμένα…» που είναι η επιθυμία τους να είναι χωρίς βροχή τα Χριστούγεννα, να ρίξει χιόνι τα Φώτα και να βρέξει τη Λαμπρή. Έτσι ανέμεναν πλούσια παραγωγή και θα γέμιζαν τ’ αμπάρια.

Στο Σκούπι[3]«Την παραμονή των Χριστουγέννων σφάζουνε το γουρούνι. Όταν το σφάξουνε το λιβανίζουνε για να φεύγουν τα δαιμόνια που έστειλε ο Χριστός από τον δαιμονισμένο σε δαύτο…». «Ενώ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το νερό κοιμάται ώρες – ώρες. Τότε η νιόπαντρη πάει κι ασημώνει τη βρύση…».

Μία εκδοχή από τα Κάλαντα της επαρχίας Καλαβρύτων, είναι εκείνη που έχει καταγραφεί[4] στα Σουδενά: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος/ αρχή που βγήκε ο Χριστός άγιος και πνευματικός/ στη γής να περπατήση και να μας καλοκαρδίση./ Άγιος Βασίλης έρχεται, άρχοντες τον κατέχετε/ από την Καισαρεία – συ’ σαι αρχόντισσα κυρία – / βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι/ το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ωμίλει/ – Βασίλη πούθε ν’ έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις,/ – Από τη μάνα  μ’ έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω/ – Κάτσε να φάς, κάτσε να πιής, κάτσε να τραγουδήσης/ – Εγώ τραγούδια δεν εμάθαινα, γράμματα μαθαίνω/ – Αφού μαθαίνεις γράμματα πές μας την αλφαβήτα/ και στο ραβδί ακούμπησε να ειπή την αλφαβήτα/ ξερό, χλωρό ήταν το ραβδί, χλωρούς βλαστούς πετάει/ κι απάνου στα κλωνάρια του οι πέρδικες λαλούσαν/ δεν ήσαν μόνο πέρδικες, αλλά και περιστέρια.».

Στον Πλάτανο[5] των Νεζερών, «Την πρωτοχρονιά και την Πρωτομαγιά προσέχουν πολύ ποιος θα πρωτομπεί στο σπίτι. Την πρωτομηνιά και την Πρωτοχρονιά εξετάζουμε το ποδαρικό. Αν μπεί καλός άνθρωπος θα πάει καλά η χρονιά, αν μπεί κακός θα πάει στραβά…». Αλλά και στα Λακκώματα[6]«…Προσέχουν δε ποιος θα μπεί τέτοιες μέρες πρώτος. Συνήθως προτιμάνε να είναι αγόρι μέχρι 15 χρονών και μάλιστα από καλή και εύπορη οικογένεια…». Στο ίδιο χωριό: «…την Πρωτοχρονιά σπάνε ένα ρόδι, για να είναι τα χρόνια του νοικοκύρη, όσα είναι τα σπυριά του ροδιού….».

Στο χωριό Βερσοβά[7] παλιά πίστευαν πως την Πρωτοχρονιά έπρεπε να ματώσουν το τουφέκι τους, δηλ. να σκοτώσουν οι κυνηγοί κάποιο ζώο, για να έχουν καλό κυνήγι όλη τη χρονιά.

Kαλικάντζαροι στην επαρχία Καλαβρύτων!

Οι καλικάντζαροι στην επαρχία Καλαβρύτων λέγονται και: κατσιμπουχέρια ή Κατσιμπουχαίροι, σακτσιμπουχέρια, κατζούνια, κατσικουμάνηδες κ.λ.

Ας δούμε τι διηγούνται γι’ αυτούς στα χωριά των Καλαβρύτων:

Στη Στρέζοβα[8]«Οι καλικάντζαροι, ή Κουτσικουμάνηδες, είναι μαγαρισμένοι, βγαίνουν κι έρχονται το Δωδεκαήμερο απάνω. Είναι κουτσοί και μπαίνουν από τα τζάκια και μαγαρίζουν τα φαγιά και τ’ αναχρικά [;] των ανθρώπων. Μια βολά ένας πήγε στο μύλο και είχε λίγο κρέας και τόψενε απέ την άλλη μεριά παρουσιάστηκαν οι κουτσικουμαναίοι και ψένανε σβαρθάκλους (βατράχια) κι εσήκωναν το σουγλί και βάργαν του χριστιανού το κρέας και του το μαγάριζαν…».

Στο Σκούπι«…Τότε [το δωδεκαήμερο] ξαναφαίνουν οι καλλικατζαραίοι, σατανάδες που μοιάζουνε σα γουρνόπουλα ή σαν ασχημόπαιδα και μαγαρίζουνε τα γλυκά…».

Στο χωριό Βυσωκά[9]«Τσού καλικάντζαρους τσ’ ελέγαμε και κατζούνια και σακτσιμπουχέρια. Ερχόταν από τα λαγκάδια τα Δωδεκαήμερα, μένουνε 12 ημέρες στα σπίτια κι αφήνουνε τ’ αποτυπώματά τσι στη στάχτη, στη γωνιά. Για κείνο τα Δωδεκαήμερα – φαίνεσται – δεν τρώμε φασούλια, αλλοιώς και μη θα κάνουμε σπυριά./ Την παραμονή τω Φωτώνε θέ λά παντρέψουμε τη φωτιά με ξύλα αχλάδας, για να κάμει η γωνιά στάχτη πολλή και ναρθούνε τα σκατσιμπουχέρια να χορέψουνε και να λένε το τραγούδι:/ – Αϊντέστε να φύγουμε,/ γιατ’ έρχετ’ ο τουρλόπαπας/ με την αγιαστήρα του/ και με την πλαστήρα του,/ να μας αγιάσει, να μας μαγαρίσει,/ να μας πετάξει στα λαγκάδια/ για να μας φάνε τα κουτάβια./ Με τη στάχτη που μαγαρίζουνε τα κατζούνια, δεν κάνει να πλύνουμε, γιατί λειώνανε τα σκουτιά. Τη φυλάμε μονάχα και περνάμε τα γαϊδούρια για να τσου πέφτει η ψείρα./ Την παραμονή τω Φωτώνε, τα μεσάνυχτα, που φεύγανε οι καλικάτζαροι κι ανοιούνε τα επουράνια, πρέπει να βγαίνουμ’ όξω και να τηράμε τον ουρανό. Και συντ’ ανοίξουνε οι ουρανοί, πρέπει αμέσως να ειπούμε όποια ευκή θέλουμε. Ένας, μια βολά, αντί να ειπεί «χίλια» μπερδεύτηκε και είπε «χείλη» και λέν’ ότι φουσκώσανε τα χείλια του και πρηστήκανε»./ «Λεν’ ότι τα σκατσιμπουχέρια είναι σα σαϊτανάδες κι έχουνε κι ένα πριόνι και πελεκάνε τον κορμό που στηρίζει τη γής. Κι όσο τόνε πελεκάνε, τόσο ξαναγίνεται κείνος κι αρχινάνε πίσω πάλε τα ίδια».». Διηγήσεις περί καλικαντζάρων:/ «Τα Δωδεκαήμερα, που κάνουνε πάψη τα σχολεία, δεν πηγαίνουνε στο μύλο άλεσμα και φεύγουν απ’ τους μύλους οι νοικοκυραίοι κι ούλοι. Κι ήτανε μια γυναίκα κι είχε μια τσούπα δικιά τσι και μια προγονή. Την προγονή όμως δεν τη χώνευε. Φκιάνει λοιπόν τ’ άλεσμα και τη στέλνει στο μύλο τα Δωδεκαήμερα. Κίνησε κείνη και πήγε στο μύλο κι απάντησε τα σκατσιμπουχέρια και τη ρωτήσανε: – Πόσα πλευρά έχεις; – Τρία, λέει εκείνη, κι είπε ψέμματα. Τσι πήρανε τ’ άλεσμά τσι κ’ αλέσανε, και γιομίσανε με λεφτά, με ασημικά κι ένα σωρό πράματα αδίκητα. Τότενες εκείνη γυρίζει και τσου λέει: – Θέλω και σμύρνα. Σμύρνη ζώστρα. Παηγαίνανε, λοιπόνου, οι κατσιμπουχέροι και τ’ αλησμονάγανε. Γυρίζανε πίσω  και τη βρίσκανε και φόρτωνε. Το ξεφορτώνανε τότενες πάλε. Το πήρανε σμύρνη – σμύρνη, πήγανε, το βρήκανε και τη φτάσανε. – Για τόνα πλευρό, για τ’ άλλο, πίσω είναι λέγανε. Πήγε κείνη στο σπίτι και συντά είδε η μητρυγιά τσι, τόσα χρυσαφικά, πράματ’ αδίκητα, τι κάνει; Φκιάνει άλεσμα και στέλνει και τη δικιά τσι την τσούπα. Και συντά πήγε στο μύλο, τήνε πιάσανε τα κατσιμπουχέριαα και τήνε σουγλίσανε».

Στην Κέρτεζη[10]«Από τα Χριστούγεννα που αρχίζουν τα δωδεκαήμερα, έρχονται τα Καλικατζάρια και κάθουνται στους μύλους και στις στάχτες, στα σταχτοφούρνια, γιαυτό δε σβαίνουνε τη φωτιά ούλη νύχτα 12 ημέρες για να μην κάθουνται τα καλικατζάρια. Στις 12 αυτές μέρες καίνε κάθε βράδυ στη φωτιά χαμολιό και όταν πάνε τα κατσιμπουχέρια λένε: «χαμολιός μυρίζει εδώ να καή τούτο το χωριό». Μετά μαζεύουνε τη στάχτη και πάνε και τη ρίνουνε στα χωράφια για να ψοφήση η μελίγκρα. Κάθε βράδυ επίσης βουλώνουνε καλά τα μπότια με το νερό. Αυτές δε τις μέρες δεν επιτρέπεται ούτε να λουστούνε ούτε να πάνε στο μύλο. Ένας μυλοφόρος επήγε τέτοιες μέρες να αλέσει αλλά δεν ηύρε μυλωνά εκεί. Τι να κάμη τώρα πιάνει και κινάει μοναχός του το μύλο και άλεθε. Εκεί που άλεθε άναψε λιγούλα φωτιά και έβαλε λίγο κρέας να ντο ψήση. Αλλά τότε είδε τα Καλικατζάρια να ψένουνε βατράχια δίπλα του και να λένε: «το παχύ με τ’ αχαμνό» και βαράγανε το κρέας με τα βατράχια. Μάζεψε το άλεσμα ανέβηκε μεσογόμι και πήγε να φύγη. Του πέφτανε κοντά τα Καλικατζάρια, του φτάνανε τ’ άλογο. Έ και το ένα πλευρό, έ και το άλλο έ και το μεσογόμι, εκείνος ο κερατάς πού είναι, θα είναι στο μύλο. Ξαναγυρίζανε, αναποδογυρίζανε τα πάντα στο μύλο, δεν τόνε βρίσκανε, αμολιόσαντε πάλαι κοντά. Έφτασε κανιά βολά κοντά στο σπίτι του. Λέει στη γυναίκα του: «Φέρε μου ένα δαυλί». Πετάει το δαυλί μουντζουρώνει ένανε. Οι άλλοι λακίξανε ο μουντζουρωμένος δεν κόταγε να πάη κοντά στους άλλους και έλεγε στη γυνάκα του αλεστή: νίψε με να φύγω να σου χαρίσω ότι θές. Θα σου φκιάσω σπίτι. Φκιάσε μου τόλεγε εκείνη και θα σε νίψω. Όχι μη τόνε νίβης της έλεγε ο άντρας της, αλλά αυτή δεν άκουγε. Τούφκιασε λοιπόν ωραίο σπίτι με μπαλκόνι μεγάλο και λέει στη γυναίκα. Και τώρα νίψε με. Και αυτή τον ένιψε. Αλλά μόλις τον ένιψε αυτός άπλωσε το πόδι και τα γκρέμισε όλα. Συνήθως τα Καλικατζάρια μπαίνουνε στα σπίτια από τα φουγάρα. Άμα περάση το δωδεκαήμερο και γίνη ο πρώτος αγιασμός φεύγουν τραγουδώντας. Ά πάμετε να φύγουμε γιατί έρχεται ο τουρλόπαππας, με την αγιαστούρα του και με την πλαστήρα του . Θα μας κάνη ντρίτσι-ντρίτσι θα μας ρίξη στα λαγκάδια να μας φάνε τα τσακάλια. Την παραμονή των Φώτων χύνουνε όλα τα νερά για να πιάσουνε άλλα αγιασμένα. Στις 12 η ώρα τη νύχτα ανοίγει ο ουρανός και άμα είσαι εκείνη την ώρα εκεί ό, τι ζητήσεις το έχεις…».

Στους Πετσάκους[11]: «Κάποτε λέγουν ήταν κάποιος μαγεμένος και πήγαινε κάτου στο παχνί και έτρωγε άχερα. Η γυναίκα του τον είδε και τον πήγε στο σπίτι. Μετά από μια ώρα κουκουλώθηκε με μια κατσούλα και πήγε πάλι στο παχνί. Έπειτα πήγαν και έφεραν μια γριά καβάλα σ’ ένα αντί, αυτή ήταν μάγισσα και πίσω της ερχόντουσαν οι καλικάτζαροι. Εκείνη πήγε άνοιξε κάτω από την πόρτα την πλάκα και βρήκε τα μάγια. Αυτά ήσαν συκώτι, πλεμόνι με καρφίτσες και ψαλιδιές από ύφασμα. Αυτός τότε έγινε καλά και η μάγισσα όταν έφευγε έδινε στους διαβόλους λουκούμια. Όταν τελείωσαν τα λουκούμια την άρχισαν στο ξύλο….».

Πηγή: τα στοιχεία αυτά αποτελούν μέρος συλλογής του Εργαστηρίου Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φυλάσσονται και οι εργασίες των παραπάνω αναφερομένων φοιτητών (-τριών) και έχουν καταγραφεί στο «Ιστορικό Λεξικό της επαρχίας Καλαβρύτων» απ’ όπου και αντλήθηκαν.

 

Disclaimer: 

Οι απόψεις του ιστολογίου δεν συμπίπτουν απαραίτητα με το περιεχόμενο του άρθρου.