Εποχική αλλεργική ρινίτιδα: Ένα σύνθετο πρόβλημα

Create: 25/03/2020 - 22:00

Η άνοιξη σηματοδοτεί για πολλά παιδιά την εμφάνιση αλλεργιών: ρινική καταρροή, πταρμοί, κνησμός, συμφόρηση (ρινίτιδα), δακρύρροια και ερυθρότητα (επιπεφυκίτιδα) και συμπτώματα από το στήθος, όπως βήχας, συριγμός ή δύσπνοια (αλλεργικό άσθμα). Περίπου 1 στους 5 ανθρώπους έχουν αλλεργική ρινίτιδα, ωστόσο λίγοι αναζητούν ειδική βοήθεια: είτε τα συμπτώματα δεν προβληματίζουν και εκτιμώνται ως ήπια είτε θεωρούνται παροδικά. Θα πρέπει να γίνουν δύο παρατηρήσεις:

Πρώτον, όντως για πολλά παιδιά τα συμπτώματα είναι ήπια. Ωστόσο, αν δεν αντιμετωπιστούν ορθά, έχουν σημαντική επίπτωση στην ποιότητα ζωής. Εκτός του ότι ενίοτε είναι βασανιστικά, επηρεάζεται ο ύπνος, τα παιδιά δεν ξεκουράζονται, αισθάνονται καταβεβλημένα και η αποδοτικότητα στο σχολείο μειώνεται. Επίσης, η αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρότερες καταστάσεις: παραρρινοκολπίτιδα (π.χ. ιγμορίτιδα που θα χρειαστεί αντιβιοτική αγωγή) και άσθμα. Τέλος, αν και οι αλλεργίες διαφέρουν από τις ιώσεις, δεν αποκλείεται η συνύπαρξή τους. Πράγματι, το παιδί με αλλεργικό υπόστρωμα θα περάσει πιο «βαριά» τις απλές ιώσεις.

Δεύτερον, μόνο περίπου 20% των παιδιών θα ξεπεράσουν την αλλεργική ρινίτιδα μεγαλώνοντας. Αντίθετα, πολλές φορές παρατηρείται σταδιακή επιδείνωση: αύξηση διάρκειας συμπτωμάτων, αναποτελεσματικότητα φαρμάκων και ενδεχομένως σταδιακή εμφάνιση συμπτωμάτων από το στήθος (π.χ. βήχας κατά την άσκηση ή το έντονο γέλιο). Άλλο χαρακτηριστικό είναι η με τον χρόνο αύξηση των αλλεργιογόνων που ενοχλούν: τις πρώτες χρονιές μπορεί να έχουμε συμπτώματα εξαιτίας, για παράδειγμα, έκθεσης σε γύρη ελιάς και τα επόμενα να προστίθεται αλλεργία σε αγριόχορτα ή περδικάκι. Τέλος, σημειώνεται ότι, αν και η έννοια της αλλεργίας είναι συνυφασμένη με την άνοιξη, υπάρχουν αλλεργιογόνα που επηρεάζουν ολοετώς (π.χ. ακάρεα οικιακής σκόνης, επιθήλια ζώων ή μύκητας υγρασίας). Η ολοετής ρινίτιδα είναι συνήθως δυσκολότερο να αντιμετωπισθεί, είναι πιο βασανιστική και το πιο πιθανό να εξελιχθεί σε άσθμα.

Η αντιμετώπιση των αλλεργιών πρέπει να είναι πολύπλευρη και η σφαιρική ενημέρωση αποτελεί πρωτεύον ζητούμενο: ο ασθενής οφείλει να γνωρίζει αν είναι πραγματικά αλλεργικός και, αν ναι, σε ποια αλλεργιογόνα αποδίδονται τα συμπτώματά του. Αυτό γίνεται μετά από αλλεργιολογικό έλεγχο, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει ειδικές δερματικές δοκιμασίες και αιματολογικές εξετάσεις. Η αποφυγή των αλλεργιογόνων αποτελεί ιδανικό θεραπευτικό σενάριο, αλλά δεν είναι ρεαλιστική. Γι’ αυτό καταφεύγουμε σε θεραπευτική αντιμετώπιση που είναι διπλή: Η πρώτη είναι συμπτωματική, καθώς τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται, εξαιρετικά ασφαλή και αποτελεσματικά, αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα, τις συνέπειες δηλαδή της αλλεργίας. Δεν μπορούν να αλλάξουν το αλλεργικό υπόστρωμα του παιδιού – όποτε εκτίθεται στα αλλεργιογόνα θα χρειάζεται να λαμβάνει αγωγή με όλους τους περιορισμούς και τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν.

Η δεύτερη προσέγγιση ονομάζεται ανοσοθεραπεία και οδηγεί στην τροποποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, ώστε ο ασθενής να μην είναι αλλεργικός, να ανέχεται δηλαδή την έκθεση στο αλλεργιογόνο, να έχει ελάχιστες έως μηδενικές ανάγκες συμπτωματικής αγωγής και μειωμένες πιθανότητες εξέλιξης σε άσθμα. Στα χέρια έμπειρου ειδικού αλλεργιολόγου η ανοσοθεραπεία αποτελεί ισχυρό όπλο οριστικής αντιμετώπισης των αλλεργιών του αναπνευστικού. ■

Ευχαριστούμε τον Δρα Δημήτρη Μήτσια MD, PhD, αλλεργιολόγο παίδων και ενηλίκων, διδάκτορα Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικό συνεργάτη αλλεργιολογικής μονάδας Νοσ. Παίδων «Π. & Α. Κυριακού».

Περιοδικό "Κ"

Disclaimer: 

Οι απόψεις του ιστολογίου δεν συμπίπτουν απαραίτητα με το περιεχόμενο του άρθρου.